Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Έχουμε τα ίδια γονίδια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αρρωσταίνουμε το ίδιο!




 Ένα παλιό φεμινιστικό σλόγκαν προσπαθώντας να περιγράψει τις διαφορές στον τρόπο σκέψης μεταξύ ανδρών και γυναικών ήθελε τους μεν άνδρες να προέρχονται από τον Αρη, τις δε γυναίκες από την Αφροδίτη. Αλλά οι διαφορές μεταξύ των δύο φύλων επεκτείνονται και πέρα από τον τρόπο σκέψης, και αυτό το γνωρίζουν καλά όσοι ασχολούνται με τη φυσιολογία και την παθολογία των ανθρώπων. Είναι χαρακτηριστικό ότι άνδρες και γυναίκες εμφανίζουν διαφορετική ευαισθησία σε ορισμένες ασθένειες ή αναφέρουν διαφορετική ένταση και χωροταξική κατανομή στην αίσθηση του πόνου. Ως σήμερα πολλές από τις παρατηρήσεις αυτού του τύπου αποδίδονταν στις ορμονικές διαφορές μεταξύ των δύο φύλων.

Πρόσφατα όμως, χάρη στην εργασία ελλήνων βιολόγων, μια νέα παράμετρος ήλθε να προστεθεί στο παζλ των φυλετικών διαφορών: η δρ Αντιγόνη Δήμα και ο καθηγητής Μανώλης Δερμιτζάκης του Πανεπιστημίου της Γενεύης διαπίστωσαν ότι ένα ποσοστό της τάξεως του 12%-15% των γονιδίων μας εκφράζονται διαφορετικά στα δύο φύλα.

Μη βιαστείτε να θεωρήσετε ότι πρόκειται για ένα αναμενόμενο εύρημα το οποίο αντικατοπτρίζει τις ανατομικές και ορμονικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών! Τα γονίδια που μελέτησαν οι δύο ερευνητές δεν είναι φυλοσύνδετα (η λειτουργία τους δεν σχετίζεται με την εμφάνιση των χαρακτηριστικών του φύλου), ενώ το σύστημα στο οποίο μελετήθηκαν οι διαφορές δεν υπόκειται σε ορμονική ρύθμιση. Με άλλα λόγια, οι παρατηρήσεις των ερευνητών αφορούν γονίδια τα οποία έχουν κοινή λειτουργία σε άνδρες και γυναίκες.

Αλλο τα γονίδια, άλλο η έκφρασή τους

Η εργασία της δρος Δήμα, η οποία τώρα εργάζεται στο Ερευνητικό Ινστιτούτο Αλέξανδρος Φλέμινγκ στη Βάρη, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου διεθνούς ερευνητικού προγράμματος το οποίο στοχεύει στον εντοπισμό των γενετικών διαφορών που επιδρούν στην έκφραση των γονιδίων. Οι διαφορές αυτές δεν εντοπίζονται στα ίδια τα γονίδια αλλά στις ρυθμιστικές περιοχές του DNA, δηλαδή στις περιοχές εκείνες πάνω στις οποίες προσδένονται ειδικά μόρια με ρόλο διακόπτη της έκφρασης των γονιδίων. Τα δείγματα DNA με τα οποία εργάζονται οι ερευνητές προέρχονται από τέσσερις διαφορετικούς πληθυσμούς: άτομα της φυλής Yoruba από τη Νιγηρία, Ιάπωνες από το Τόκιο, Κινέζους Χαν από το Πεκίνο και Αμερικανούς με προέλευση από τη Βορειοδυτική Ευρώπη. Προφανώς η επιλογή των συμμετεχόντων στη μελέτη δεν είναι τυχαία, αλλά έγινε προκειμένου να καλυφθεί η γενετική ποικιλομορφία του πλανήτη μας.

Τα ευρήματα των ελλήνων βιολόγων, τα οποία δημοσιεύονται στην επιθεώρηση «Genome Research», αποκαλύπτουν μιαν άλλη πτυχή στην εμφάνιση των ασθενειών. Οπως εξήγησε μιλώντας στο «BΗΜΑScience» η δρ Δήμα, «πολλές πολυπαραγοντικές ασθένειες είναι πιθανόν να ενέχουν συνιστώσες οι οποίες σχετίζονται με το φύλο του ασθενούς και οι οποίες ως σήμερα παρέμεναν ανεξερεύνητες. Τέτοιου είδους συνιστώσες θα μπορούσαν να παίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στην ευαισθησία σε κάποια νόσο όσο και στην εξέλιξή της αλλά και στην ανταπόκριση των ασθενών στη θεραπεία. Ομοίως, μια κρυμμένη συνιστώσα που σχετίζεται με το φύλο μπορεί να υπάρχει και σε άλλα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φυσιολογίας».

Γιατί οι γυναίκες πονούν περισσότερο;

Ισως ένα καλό παράδειγμα διαφοράς στη φυσιολογία ανδρών και γυναικών είναι η αίσθηση του πόνου. Πλήθος μελετών ως σήμερα έχει τεκμηριώσει αυτές τις διαφορές, οι οποίες συνοψίζονται στο γεγονός ότι οι γυναίκες όχι μόνο αναφέρουν περισσότερο πόνο σε σχέση με τους άνδρες κατά τη διάρκεια της ζωής τους αλλά και βιώνουν τον πόνο εντονότερα και σε περισσότερα μέρη του σώματός τους. Τέλος, ο πόνος στις γυναίκες φαίνεται να διαρκεί περισσότερο σε σχέση με το άλλο φύλο.

Αναζητώντας εξηγήσεις στις παραπάνω διαφορές οι ερευνητές που ασχολούνται με την αίσθηση του πόνου έχουν ρίξει φως σε ορισμένα από τα μυστήριά του. Ηδη από το 2005 είχε ανακοινωθεί ότι οι γυναίκες διαθέτουν στο πρόσωπό τους περισσότερες νευρικές απολήξεις (34 κατά μέσο όρο) ανά τετραγωνικό εκατοστό μυός σε σχέση με τους άνδρες (17 απολήξεις κατά μέσο όρο). Αντίστοιχα ήταν τα ευρήματα μελέτης αμερικανών επιστημόνων, οι οποίοι το 2011 ανακοίνωσαν ότι οι υποδοχείς των οπιοειδών (φυσικά παραγόμενων ουσιών που σχετίζονται με την αίσθηση του πόνου) αλληλεπιδρούν μεταξύ τους διαφορετικά σε κάθε φύλο, πράγμα το οποίο μπορεί να εξηγεί γιατί κάποια παυσίπονα έχουν διαφορετική αποτελεσματικότητα σε άνδρες και γυναίκες.

Παρενέργειες «γένους θηλυκού»

Η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων, η οποία αυξομειώνεται από φύλο σε φύλο, μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις. Πρόσφατη μελέτη δανών επιστημόνων η οποία αφορούσε 7.000 άτομα που είχαν εισαχθεί στο νοσοκομείο επειδή εμφάνισαν αντίδραση στη φαρμακευτική αγωγή που ελάμβαναν κατέδειξε ότι το ένα τρίτο από τις εισαγωγές οφειλόταν σε φάρμακα που χορηγούνται για καρδιαγγειακά νοσήματα. Μεταξύ των καρδιοπαθών, οι γυναίκες βρέθηκαν να έχουν τετραπλάσιες πιθανότητες εμφάνισης παρενεργειών στα διουρητικά (κατηγορία φαρμάκων που μειώνει την πίεση) σε σχέση με τους άνδρες ασθενείς. Οι συνηθέστερες παρενέργειες ήταν η απότομη πτώση των επιπέδων νατρίου εξαιτίας της αυξημένης αποβολής του από τους νεφρούς και η πλήρης διαταραχή της ομοιόστασης του οργανισμού.

Αλλά και παλαιότερη μελέτη επιστημόνων από τη Νέα Ζηλανδία είχε αντίστοιχα ευρήματα. Οι ερευνητές εξέτασαν δύο τύπους φαρμάκων: αντιισταμινικά (χορηγούνται για αλλεργίες) και αντιπηκτικά (χορηγούνται σε ασθενείς με καρδιαγγειακά προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος θρόμβωσης). Διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τους άνδρες να εμφανίσουν αιμορραγία όταν ελάμβαναν αντιπηκτικά (και ιδιαίτερα βαρφαρίνη), ενώ ομοίως αυξημένος βρέθηκε να είναι ο κίνδυνος παρενεργειών από τα αντιισταμινικά.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι πολλές από τις παρατηρούμενες παρενέργειες των φαρμάκων θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν αυτά είχαν δοκιμαστεί και σε γυναίκες. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το 90% των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων που συνταγογραφούνται σήμερα δεν έχει δοκιμαστεί σε γυναίκες. Το γεγονός ότι οι άνδρες προτιμώνται για κλινικές μελέτες φαρμάκων δεν είναι τυχαίο: πειραματικά χρειάζεται κανείς να διατηρεί τις παραμέτρους σταθερές προκειμένου να είναι βέβαιος ότι οι παρατηρούμενες αντιδράσεις οφείλονται στο φάρμακο και όχι σε εξωγενείς παράγοντες. Αντίθετα με τους άνδρες, οι γυναίκες δεν είναι καλά «πειραματόζωα», καθώς οι αυξομειώσεις των ορμονών κατά τη διάρκεια του έμμηνου κύκλου μπορεί να αλλοιώσουν τα αποτελέσματα.

Τα ευρήματα των ελλήνων επιστημόνων όμως δείχνουν ότι οι γυναίκες θα πρέπει απαραιτήτως να συμπεριλαμβάνονται στις κλινικές δοκιμές φαρμάκων. Οπως εξήγησε η δρ Δήμα, «είναι σαφές ότι μια κλινική δοκιμή που στόχο έχει να διερευνήσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα αν δεν συμπεριλαμβάνει άνδρες και γυναίκες».

Το ΒΗΜΑ-.myhnews.gr

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Έλληνας φυσικός, ο καλύτερος δάσκαλος της Ευρώπης





Σε μία χώρα που μαστίζεται από την κρίση, υπάρχει ένας καθηγητής που ξεχωρίζει, κερδίζοντας σημαντικές διακρίσεις σε πανευρωπαϊκούς διαγωνισμούς.

Πρόκειται για τον πεπειραμένο καθηγητή Φυσικής Ηλία Καλογήρου, ο οποίος, όπως αναφέρει η εφημερίδα «6 μέρες», έχει βραβευτεί τρεις φορές σε πανευρωπαϊκούς διαγωνισμούς που αφορούν την καινοτομία στην εκπαίδευση, για τις μοναδικές μεθόδους του παρουσίασης των φυσικών φαινομένων με εποπτικό τρόπο.

Ο Καλογήρου έχει πολυετή πείρα στη διδασκαλία της Φυσικής και έχει εργαστεί σε πολλά γενικά και τεχνικά λύκεια του Νομού Ηλείας, ωστόσο πλέον έχει πάρει ολική απόσπαση για να αφοσιωθεί στην ανάπτυξη πειραμάτων ως Υπεύθυνος του Εργαστηριακού Κέντρου Φυσικών Επιστημών (ΕΚΦΕ).


Μιλώντας στην εφημερίδα 6 μέρες, εξηγεί ότι ο ΕΚΦΕ «έχει στόχο την επιμόρφωση των καθηγητών στη διδασκαλία μαθημάτων όπως η Χημεία, η Φυσική και η Βιολογία, αλλά με εποπτικό τρόπο, ώστε να γίνεται στην πράξη η διδασκαλία τους με τη χρήση οργάνων και την εφαρμογή πειραμάτων» και επισημαίνει τη σημαντικότητα των πειραμάτων αυτών, προσθέτοντας «Αυτές είναι πολύ σημαντικές εμπειρίες στη ζωή των μαθητών και πρέπει να γίνονται στο πλαίσιο των μαθημάτων. Δεν μπορεί η Φυσική να διδάσκεται χωρίς εποπτικά μέσα, χωρίς πείραμα.»

Τουλάχιστον 370 μαθητές επισκέφθηκαν τον ΕΚΦΕ Ηλείας για να δουν το βραβευμένο πείραμα του Καλογήρου για το ουράνιο τόξο, ενώ ο ίδιος τονίζει ότι «η επιβράβευσή μας αλλά και η απόδειξη του αντικτύπου που έχει στα παιδιά το πείραμα ήταν το χαμόγελο στα πρόσωπά τους όταν κατανοούσαν πράγματα για τα οποία δε γνώριζαν τίποτα και το ενδιαφέρον τους να ξανάρθουν να δουν νέα πειράματα».

 briefingnews.gr

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Μόνο ο δάσκαλος μετράει!




Τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στρατολογούν συστηματικά τους πιο προικισμένους για να τους εντάξουν στο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Η ποιότητα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε μια χώρα δεν εξαρτάται ούτε από τις κρατικές δαπάνες, ούτε από το μέγεθος της τάξης, ούτε από τον «προοδευτικό» χαρακτήρα των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων! Εξαρτάται από έναν και μοναδικό παράγοντα: την ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Τα επιτυχημένα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο είναι εκείνα που καταφέρνουν να εντάσσουν στο διδακτικό τους προσωπικό τους πιο ταλαντούχους. Αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η έρευνα την οποία έκανε η γνωστή εταιρεία συμβούλων McKinsey. Στόχος της ογκώδους έρευνας -που πραγματοποιήθηκε τα έτη 2000 με 2007- ήταν να εντοπίσει τους παράγοντες εκείνους που παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας παιδείας.

Παίρνοντας ως άξονα αναφοράς τις επιδόσεις των διάφορων εκπαιδευτικών συστημάτων στον κόσμο -όπως προκύπτει από τη γνωστή έκθεση Piza του ΟΟΣΑ καθώς και άλλες ανάλογες μελέτες- καθώς και συνεντεύξεις με πάνω από 100 ειδικούς, πολιτικούς και εκπαιδευτικούς σε όλο τον κόσμο, η έρευνα της McKinsey προσπάθησε να εντοπίσει τα κοινά στοιχεία τα οποία έχουν όλα τα top εκπαιδευτικά συστήματα- όπως της Φινλανδίας, της Σιγκαπούρης, της Νότιας Κορέας κ.λπ. Ενα από τα πρώτα συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι οι δαπάνες για την παιδεία καθώς και το μέγεθος της τάξης δεν φαίνεται να παίζουν ουσιαστικό ρόλο στις επιδόσεις των μαθητών.

Μεταξύ των ετών 1980 και 2005, οι δημόσιες εκπαιδευτικές δαπάνες στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στις ΗΠΑ ανά μαθητή αυξήθηκαν κατά (αποπληθωρισμένο) 73%. Την ίδια περίοδο οι ΗΠΑ προσέλαβαν περισσότερους δάσκαλους/καθηγητές με αποτέλεσμα η αναλογία εκπαιδευτικών/μαθητών να μειωθεί κατά 18%. Το μέγεθος των τάξεων στις ΗΠΑ το 2005 ήταν το μικρότερο στην ιστορία της χώρας. Όμως οι επιδόσεις των μαθητών το 2005 παρέμειναν στα επίπεδα του 1980. Ανάλογα είναι και τα αποτελέσματα και σε άλλες χώρες. Μεταξύ των ετών 1995-2004 χώρες όπως η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ολλανδία και η Ιαπωνία αύξησαν θεαματικά τις δαπάνες τους για την παιδεία. Ομως οι μέσες επιδόσεις των παιδιών στα μαθηματικά ηλικίας 13 και 14 ετών, είτε παρέμεναν οι ίδιες είτε χειροτέρευσαν.

Τα τελευταία έτη κάθε χώρα στον ΟΟΣΑ αύξησε τον αριθμό του εκπαιδευτικού προσωπικού σε σχέση με τον αριθμό των μαθητών. Όμως όλες οι έρευνες δείχνουν ότι η μείωση του μεγέθους της τάξης δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις στις επιδόσεις των μαθητών. Από τις 112 μελέτες, μόνο οι 9 έδειξαν ότι υπάρχει ένας θετικός συσχετισμός. Οι άλλες 103 βρήκαν είτε ότι δεν υπάρχει καμιά σχέση είτε ότι υπάρχει αρνητική σχέση -δηλαδή η μείωση του αριθμού των μαθητών σε μια τάξη όχι μόνο δεν βελτιώνει τις επιδόσεις αλλά ενίοτε τις χειροτερεύει. Η εξήγηση είναι απλή: στο βαθμό που η μείωση του μεγέθους των τάξεων σημαίνει περισσότερους καθηγητές, αυτό συνεπάγεται -με σταθερό το επίπεδο των δαπανών- αφ’ ενός λιγότερα χρήματα για κάθε καθηγητή και αφετέρου -και αυτό είναι το πιο σημαντικό- μειωμένες απαιτήσεις στην επιλογή του διδακτικού προσωπικού.

Ο κυριότερος παράγοντας που φαίνεται να επηρεάζει τις μαθητικές επιδόσεις είναι η ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού. ...
Διάφορες μελέτες που λαμβάνουν υπόψη τους όλους τους παράγοντες δείχνουν ότι οι μαθητές που διδάσκονται από καλούς εκπαιδευτικούς θα προχωρήσουν με τριπλάσια ταχύτητα από ό,τι μαθητές με κακούς εκπαιδευτικούς. Οι επιπτώσεις για τον μαθητή, σύμφωνα με την έκθεση, ενός χαμηλής ποιότητας δασκάλου στα πρώτα χρόνια του σχολείου, μπορεί όχι απλώς να είναι αρνητικές αλλά και μη αντιστρέψιμες. Οπως δείχνει μια σειρά ερευνών, οι μαθητές που δεν κάνουν αρκετή πρόοδο τα πρώτα χρόνια στο δημοτικό σχολείο, λόγω ενός κακού δασκάλου, έχουν ελάχιστες πιθανότητες να ανακάμψουν αργότερα.

Τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στρατολογούν συστηματικά τους πιο προικισμένους για να τους εντάξουν στο εκπαιδευτικό προσωπικό.

Αυτό το επιτυγχάνουν μέσω της αυστηρής επιλογής των ατόμων που θα φοιτήσουν σε παιδαγωγικές ακαδημίες ή ανάλογα ιδρύματα. Τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο στρατολογούν τους δασκάλους από το κορυφαίο 5%- 30% των αποφοίτων. Στην Κορέα από το 5%, στη Φινλανδία από το 10% και στο Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη από το 30%. Αντίστροφα τα κακά εκπαιδευτικά συστήματα συνήθως ελκύουν τους χειρότερους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Μέση Ανατολή -όπου το επίπεδο της παιδείας είναι ιδιαίτερα χαμηλό- οι δάσκαλοι προέρχονται από το χειρότερο 30%. Το ίδιο παρεμπιπτόντως ίσχυε και μέχρι πρόσφατα στις ΗΠΑ!

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο των καλών εκπαιδευτικών συστημάτων είναι ότι δίνουν μεγάλη έμφαση στη σωστή επιλογή των ατόμων που θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο στο σχολείο (διευθυντές, γυμνασιάρχες λυκειάρχες). Ολες οι έρευνες δείχνουν ότι χωρίς έναν αποτελεσματικό και ικανό ηγέτη, ένα σχολείο είναι αδύνατο να αναπτύξει μια κουλτούρα υψηλών προσδοκιών ή να προσπαθεί να επιτύχει συνεχή βελτίωση. Ο μοναδικός ρόλος και η μοναδική υποχρέωση του διευθυντή ενός σχολείου είναι να επιβλέπει την ποιότητα της διδασκαλίας του απασχολούμενου εκπαιδευτικού προσωπικού. Δεν έχει καμιά άλλη γραφειοκρατική υποχρέωση, έτσι ώστε να μπορεί να αφοσιωθεί απερίσπαστα στο έργο του, που είναι η βελτίωση της διδασκαλίας των υφισταμένων του.

Υποσημείωση: Από τις 122 μελέτες του ΟΟΣΑ, μόνο οι 9 έδειξαν ότι η μείωση των μαθητών ανά τάξη και η αύξηση καθηγητών βελτιώνει τις μαθητικές επιδόσεις. Οι άλλες 103 κατέγραψαν ως κυριότερο παράγοντα την ποιότητα του εκπαιδευτικού.

Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
http://antikleidi.wordpress.com

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Τι να κάνω για να διαβάζει το παιδί μου; Συμβουλές για γονείς



Μια από τις πιο συχνές αιτίες διένεξης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά είναι το διάβασμα για την επόμενη μέρα. Υπάρχουν βέβαια και παιδιά που μελετούν πρόθυμα τα μαθήματά τους, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι αρκετά εύκολα για τους γονείς. Τι γίνεται όμως όταν το αγγελούδι μας αρνείται πεισματικά να συνεργαστεί και νοιώθουμε την υπομονή μας να εξαντλείται
μη ξέροντας τι άλλο να δοκιμάσουμε;

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά που μπορεί να κάνει ένας γονιός για να βοηθήσει το παιδί του να γίνει πιο υπεύθυνο και να ανταποκρίνεται καλύτερα στις σχολικές του υποχρεώσεις.

Επειδή όμως «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός» είναι σημαντικό να κάνουμε μια καλή αρχή απ’ την πρώτη δημοτικού. Ωστόσο, ακόμη κι αν αυτό δεν έχει συμβεί, ποτέ δεν είναι πολύ αργά.

Το πρώτο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι γονείς είναι να μάθουν στα παιδιά τους πώς να οργανώνουν το διάβασμά τους. Οργάνωση όμως δεν σημαίνει μόνο πίνακες με χρονοδιαγράμματα. Όλη η οικογένεια χρειάζεται να μπει σ’ ένα σχετικό πρόγραμμα. Να υπάρχει, για παράδειγμα, συγκεκριμένη ώρα φαγητού και τα υπόλοιπα μέλη να σέβονται τις ώρες που το παιδί διαβάζει αφήνοντάς το ανενόχλητο. Για να το επιτύχουμε αυτό χρειάζεται να ορίσουμε έναν σταθερό χώρο διαβάσματος.

Το δωμάτιο του παιδιού και συγκεκριμένα το γραφείο του είναι ο ιδανικός χώρος για τον σκοπό αυτό, καθώς εκεί μπορεί να απλώσει όλα τα βιβλία και τις σημειώσεις του και να κλείσει την πόρτα του περιορίζοντας έτσι τα ερεθίσματα που του αποσπούν την προσοχή. Αν πάλι παρατηρήσουμε ότι η προσοχή του διασπάται εύκολα, καλό είναι να τοποθετήσουμε το γραφείο του μακριά από το παράθυρο. Πέρα όμως από τον χώρο, εξίσου σημαντικός είναι και ο χρόνος του διαβάσματος.

Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να ζητάμε από ένα παιδί να ξεκινάει το διάβασμά του αμέσως μετά το μεσημεριανό φαγητό, πολύ αργά το βράδυ όταν είναι ήδη πολύ κουρασμένο ή την ώρα που προβάλλεται η αγαπημένη του εκπομπή στην τηλεόραση.

Γι’ αυτό λοιπόν, θα πρέπει από πριν να έχουμε συζητήσει μαζί του και να έχουμε συμφωνήσει σε μια σταθερή ώρα που όλοι θεωρούμε κατάλληλη για να ξεκινά το διάβασμά του. Σε ότι αφορά τώρα τη διάρκεια, η πολύωρη μελέτη δεν είναι απαραίτητα και πιο αποδοτική, καθώς δεν εξασφαλίζει τη συγκέντρωση.

Ο βαθμός συγκέντρωσης ενισχύεται με συχνά και σύντομα διαλείμματα. Επίσης είναι σημαντικό, αμέσως μόλις το παιδί ολοκληρώνει το διάβασμά του, να ακολουθεί μια επιβράβευση (π.χ. να του επιτρέψουμε να παίξει με τους φίλους του ή με το αγαπημένο του παιχνίδι). Στην περίπτωση πάντως που περιμένει την τελευταία στιγμή για να κάνει τα μαθήματά του, καλό είναι να παραμείνουμε αμέτοχοι.

Παράλληλα, μπορούμε να διδάξουμε στα παιδιά μας και κάποιες τεχνικές διαβάσματος, όπως π.χ. να μελετούν τα πιο δύσκολα ή βαρετά μαθήματα στην αρχή που είναι πιο ξεκούραστα, να αποφεύγουν την «παπαγαλία» και να κάνουν ανακεφαλαίωση. Μπορούμε να τους δείξουμε πώς να υπογραμμίζουν τα κύρια σημεία ενός κειμένου, να εντοπίζουν τις «λέξεις – κλειδιά» ή να γράφουν έναν δικό τους τίτλο δίπλα σε κάθε παράγραφο, ώστε να ενισχύουν έτσι την οπτική τους μνήμη και να συγκρατούν ευκολότερα τις πληροφορίες.

Συγχρόνως όμως, είναι αναγκαίο οι γονείς να καταλάβουν ότι τα παιδιά θα πρέπει προοδευτικά να μάθουν να οργανώνουν μόνα τους το διάβασμά τους, να είναι δηλαδή αυτόνομα. Δεν «διαβάζουμε» όλοι μαζί τα μαθήματα της επόμενης ημέρας! Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το διάβασμα είναι ευθύνη του ίδιου του παιδιού, γιατί έτσι ενισχύουμε την αίσθηση της υπευθυνότητάς του.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το αφήνουμε στη μοίρα του, αλλά ότι παρεμβαίνουμε μόνο όπου αυτό χρειάζεται, ανάλογα πάντα με την ηλικία του. Για παράδειγμα, βοηθούμε περισσότερο στην πρώτη δημοτικού, αλλά δεν στεκόμαστε με τον ίδιο τρόπο κοντά του στην τετάρτη δημοτικού, όπου περιμένουμε να είναι πιο αυτόνομο.

Στην περίπτωση τώρα που το παιδί αρνείται επίμονα να διαβάσει, μπορούμε να το αφήσουμε μια φορά να πάει αδιάβαστο, ώστε να έρθει αντιμέτωπο με τις συνέπειες της αμέλειάς του. Μια τέτοια ενέργεια βέβαια προϋποθέτει ότι θα ενημερώσουμε τον δάσκαλο, εξηγώντας του τι κάναμε και γιατί. Γενικότερα άλλωστε, η καλή σχέση και η συνεργασία με τον δάσκαλο είναι πολύ σημαντική για την πρόοδο του παιδιού μας.

Το πιο σημαντικό απ’ όλα όμως είναι η στάση των ίδιων των γονιών απέναντι στο διάβασμα. Αντί να βλέπουμε τηλεόραση την ώρα που ζητάμε απ’ το παιδί μας να διαβάσει, ας την κλείσουμε κι ας διαβάσουμε κι εμείς κάτι, ένα λογοτεχνικό, μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό.

Μπορούμε να του μάθουμε να αγαπά το διάβασμα αγοράζοντας του από μικρή ηλικία παραμύθια ή λογοτεχνικά βιβλία, ώστε να συνδυάσει το διάβασμα με κάτι ευχάριστο. Το βιβλία αυτά όμως θα πρέπει να τα επιλέγει το ίδιο το παιδί με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα. Μια καλή ιδέα θα ήταν να επισκεφτούμε μαζί ένα βιβλιοπωλείο ή μια έκθεση βιβλίου, όπου θα μπορεί να επιλέξει κάτι που του αρέσει.

Παράλληλα, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε το διάβασμα για το σχολείο όσο γίνεται πιο διασκεδαστικό. Δεν σκίζουμε σελίδες και δεν σβήνουμε με μανία, επειδή το παιδί έκανε κάποιο λάθος ή επειδή δεν μας άρεσαν τα γράμματά του!

Ο στόχος είναι να αγαπήσει το διάβασμα, γι’ αυτό μπορούμε να του διδάξουμε μαθηματικά χρησιμοποιώντας τουβλάκια ή όσπρια, να παροτρύνουμε ένα μικρότερο παιδί να ζωγραφίσει κάτι με βάση αυτό που διάβασε στην ιστορία ή ένα μεγαλύτερο να δοκιμάσει μαζί μας ένα πείραμα που έμαθε στη φυσική ή στη χημεία. Τα παιδιά χρειάζεται να καταλαβαίνουν τη χρησιμότητα όσων διαβάζουν και μπορούμε να τα βοηθήσουμε σ’ αυτό, δίνοντας τους απτά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή για το πώς να χρησιμοποιούν όσα μαθαίνουν.

Επιπλέον, είναι σημαντικό οι γονείς να μην μεταφέρουν το δικό τους άγχος για το σχολείο στα παιδιά και να μην έχουν υπερβολικά υψηλές προσδοκίες. Καλός μαθητής δεν είναι μόνο ο πρώτος. Δεν μπορούμε και δεν χρειάζεται να είμαστε όλοι πρώτοι ή τέλειοι. Τα «κηρύγματα», οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί και οι συγκρίσεις με τα άλλα παιδιά ή τα αδέρφια δεν βοηθούν.

Χρειάζεται να επιβραβεύουμε την προσπάθεια άσχετα από τους βαθμούς, γιατί έτσι ενισχύουμε την αυτοεκτίμηση του παιδιού μας που είναι καθοριστικής σημασίας για την πρόοδό του, όχι μόνο στο σχολείο αλλά και στη ζωή του γενικότερα. Πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι στην καθημερινότητα των παιδιών είναι αναγκαία η ύπαρξη ελεύθερου χρόνου για παιχνίδι ή χασομέρι, στοιχεία απαραίτητα για την υγιή ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη και να μην τα υπερφορτώνουμε με δραστηριότητες. Πάνω απ’ όλα έχουν ανάγκη να είναι παιδιά.

Ας απομακρυνθούμε από τον μύθο που λέει ότι όσο πιο καλούς βαθμούς παίρνεις τόσο πιο επιτυχημένος γίνεσαι και ας αναρωτηθούμε: Θέλoυμε μια καταρρακωμένη προσωπικότητα με καλούς βαθμούς ή μια υγιή προσωπικότητα με μέτριους ή ακόμη και κακούς βαθμούς; Άλλωστε το να μην είναι κανείς καλός μαθητής δεν σημαίνει ότι δεν θα γίνει και χρήσιμος ή ευτυχισμένος άνθρωπος.

Ειρήνη Κορδερά Παιδοψυχολόγος (MSc) 
Πηγή: e-psychology.gr


http://vatopaidi.files.wordpress.com